Το ελεφαντάκι
Μια φορά και έναν καιρό, υπήρχε ένα ελεφαντάκι που μεγάλωνε
μέσα σε ένα τσίρκο, μαζί με τους γονείς του, εκτελώντας διάφορα νούμερα στις παραστάσεις
που έδιναν.
Ήταν ένα έξυπνο ελεφαντάκι, παιχνιδιάρικο και χαρούμενο, με
ιδιαίτερη αντίληψη και παρατηρητικότητα, που παρατηρούσε τα πάντα γύρω του και είχε
απορίες και προβληματισμούς. Πολλές φορές ρωτούσε τους γονείς του, για διάφορα
θέματα και άκουγε με προσοχή την γνώμη τους, όμως είχε πάντα την τάση να
καταλήγει στα δικά του πάντα συμπεράσματα.
Μια μέρα πήγε στον πατέρα του και τον ρώτησε : «Γιατί μας
έχουν εδώ, μπαμπά, μαζί με τα άλλα ζώα και γιατί σε ταλαιπωρούν εσένα και την
μαμά τόσο πολύ ματώνοντας σας πολλές φορές, για να μάθετε να κάνετε ισορροπία επάνω
σε μια μπάλα ή να στέκεστε στο ένα πόδι επάνω σε ένα μικρό σκαμνί; Γιατί δεν
φεύγουμε από εδώ;»
Ο πατέρας του έξυσε το κεφάλι του με την προβοσκίδα του και
του απάντησε:
«Παιδί μου, ειλικρινά δεν ξέρω γιατί είμαστε εδώ, γιατί και
εγώ εδώ γεννήθηκα και δεν έχω γνωρίσει άλλα μέρη. Ξέρω μόνο, από τον δικό μου
πατέρα, πως εμείς κανονικά ζούσαμε ελεύθερα στην ζούγκλα και όχι στο τσίρκο.
Όμως, εδώ έχουμε εξασφαλισμένη τροφή, ασφάλεια από επιθέσεις των λιονταριών,
ασφάλεια από τα στοιχεία της φύσης. Εδώ γεννήσαμε και εσένα και θέλουμε και εσύ
να ζήσεις καλά, χωρίς να σου λείψει τίποτα. Για να τα έχουμε όλα αυτά,
χρειάζεται όμως να δουλεύουμε για να
έχουμε όσα μας χρειάζονται για να ζούμε καλά. Έτσι θα κάνεις και εσύ όταν
μεγαλώσεις και θα κάνεις τα δικά σου ελεφαντάκια. Όσο για το γιατί δεν φεύγουμε,
σου λέω πως και να το θέλαμε, δεν μπορούμε, γιατί μας έχουν δεμένους από το
πόδι, δεν το βλέπεις; Μας έχουν δέσει από το πόδι με αλυσίδα, από τότε που
γεννηθήκαμε και δεν μπορούμε να φύγουμε.»
Το ελεφαντάκι τα άκουσε αυτά, κοίταξε και την αλυσίδα που
είχε στο δικό του πόδι, έκανε μια κίνηση να την τεντώσει και να ξεφύγει, αλλά
δεν μπορούσε, γιατί ήταν μικρό και δεν είχε δύναμη να την σπάσει. Όμως, δεν
ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις του πατέρα του και γιαυτό πήγε στην μητέρα του
και της έκανε τις ίδιες ερωτήσεις. Η μαμά – ελεφαντίνα, το χάιδεψε με την
προβοσκίδα της και του απάντησε:
«Μωρό μου, έχει δίκιο ο μπαμπάς σου. Εμείς θέλουμε μόνο το
καλό σου και να σε προστατεύσουμε από τις περιπέτειες. Όπως τα βρήκες, έτσι να
τα ζήσεις. Δεν έχει νόημα να αντιδράσεις και να προσπαθήσεις να ξεφύγεις. Αυτοί
που μας έχουν εδώ, είναι πιο δυνατοί και να σου πω και κάτι; Μας φέρονται καλά,
μας φροντίζουν, μας τρέφουν, μας πλένουν, μας επιτρέπουν να κάνουμε ελεφαντάκια
και να τα μεγαλώνουμε. Καλά περνάμε. Δεν έχουμε παράπονο. Έτσι και εσύ όταν
μεγαλώσεις, θα γίνεις σαν εμάς και θα είσαι ευχαριστημένο. Άλλωστε, δεν
μπορούμε να φύγουμε, γιατί είμαστε δεμένοι με την αλυσίδα στο πόδι, από τότε
που γεννηθήκαμε ..» και του έδειξε την αλυσίδα στο πόδι της.
Το ελεφαντάκι έφυγε σκεπτικό και καθόλου ικανοποιημένο από
τις απαντήσεις των γονιών του. Κάθισε κάτω και άρχισε να σκέπτεται τι θα
μπορούσε να κάνει το ίδιο για την ζωή του. Δεν ήθελε να γίνει σαν τους γονείς
του. Δεν ήθελα να μείνει σκλαβωμένο, να το πονάνε για να μάθει να κάνει
παραστάσεις και να ζήσει όλη του την ζωή μέσα σε ένα κλουβί. Του έκανε δε,ιδιαίτερη εντύπωση που και οι
δύο γονείς του, αναφέρθηκαν με έμφαση στην αλυσίδα. Με τις σκέψεις αυτές, την παρατηρούσε καθώς
έπαιζε μαζί της, προσπαθώντας να καταλάβει πώς λειτουργούσε.
Όμως, μέσα του, στην καρδιά του και στο μυαλό του, γεννήθηκε
μια απορία. Εντάξει, αυτό το ίδιο είναι μικρό και αδύναμο, δεν μπορεί να σπάσει
την αλυσίδα. Όμως, ο μπαμπάς και η μαμά του, που είναι μεγάλοι, ψηλοί και τόσο
δυνατοί, γιατί δεν την σπάνε; Έτσι και τεντώσουν το πόδι τους, ακόμη και αν δεν
σπάσει η αλυσίδα, μπορούν να την πάρουν μαζί τους και θα φύγουν.
Κάνοντας συνέχεια αυτές τις σκέψεις, έφτασε και στο πιο
κρίσιμο συμπέρασμα : οι γονείς του, επειδή είναι δεμένοι από το πόδι από τότε
που γεννήθηκαν, νομίζουν πως δεν μπορούν να ξεφύγουν, ενώ τώρα που μεγάλωσαν,
έχουν την δύναμη να ελευθερωθούν. Όμως, φαίνεται, πως τους έχει μείνει η ιδέα
από τότε και γιαυτό δεν προσπαθούν καθόλου.
«Άρα, σκέφτηκε, αν εγώ δεν μεγαλώσω με αυτή την ιδέα και αν
δεν συνηθίσω την αλυσίδα στο πόδι μου, τότε θα μπορέσω κάποτε να την σπάσω, όταν
δυναμώσω και έτσι να απελευθερωθώ. Όμως, γιατί δεν έκαναν το ίδιο οι γονείς μου
μέχρι τώρα ; Φαίνεται, πως η αλυσίδα στο πόδι, δεν σε αφήνει να σκεφτείς
διαφορετικά γιατί την συνηθίζεις και μεγαλώνεις με την ιδέα πως δεν μπορείς να
ξεφύγεις ποτέ».
Και τότε ήταν που του καρφώθηκε μια τολμηρή σκέψη στο μυαλό
του.
Μπορεί ο πατέρας του να στεναχωριόταν, ίσως η μητέρα τους να
ανησυχούσε για την υγεία και ασφάλεια του, όμως ένιωθε πως έπρεπε να το κάνει,
γιατί επρόκειτο για την δική του ζωή, για το δικό του μέλλον. Ήταν δε σίγουρο,
πως στο τέλος οι γονείς του θα ήταν υπερήφανοι γιαυτό, για αυτό που έκανε.
Την επόμενη ημέρα, όπως συνήθιζαν, οι γονείς του πήγαν στο
μέρος που κοιμόταν για να το ξυπνήσουν να πάρει το πρωινό του. Όμως, στην θέση
του παιδιού τους, βρήκαν μόνο τον κρίκος με την αλυσίδα. Το ελεφαντάκι είχε
βρει τον τρόπο να περάσει το πόδι του από τον κρίκο και είχε φύγει.
Ελευθερώθηκε και δίδαξε σε όλα τα ζώα, πως ο λόγος που
μένουν σκλαβωμένα, είναι η ψεύτικη ιδέα της αδυναμίας που έχει δημιουργηθεί μέσα τους, επειδή τα
δένουν αμέσως μόλις γεννηθούν. Η ιδέα
αυτή τα κάνει να μην διανοούνται πως μπορούν να χρησιμοποιήσουν την δύναμη τους
όταν μεγαλώσουν.
Σήμερα, σε όλη την γη, έχει απαγορευτεί στα τσίρκο να
χρησιμοποιούν ζώα κάθε είδους (όχι μόνο τους ελέφαντες) και έτσι όλα τους ζουν
ελεύθερα και ευτυχισμένα μέσα στην
ζούγκλα, το φυσικό τους σπίτι. Πολλά μάλιστα ζούνε σε εθνικά πάρκα, που έχει
κάνει ο άνθρωπος για να τα προστατέψει.
Το μικρό ελεφαντάκι ζει ελεύθερο και ευτυχισμένο σε κάποιο τέτοιο
πάρκο και πολύ συχνά διηγείται την ιστορία του στα άλλα ζώα, ενώ οι γονείς του
το καμαρώνουν με υπερηφάνεια που είναι δικό τους παιδί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου